Μπήκαν οι μοίρες μου σ’ ένα σκαρί
ταξίδι για να πάνε.
Στρώσαν την τσόχα από νωρίς.
Χαρτί τραβήξαν και οι τρεις
μ’ εμένανε γελάνε.
Ελένη Γιαννέλη
Μπήκαν οι μοίρες μου σ’ ένα σκαρί
ταξίδι για να πάνε.
Στρώσαν την τσόχα από νωρίς.
Χαρτί τραβήξαν και οι τρεις
μ’ εμένανε γελάνε.
Της ευχής μου αστέρι φυλαχτό.
Της καρδιάς μου σινιάλο μακρινό.
Έλα να με πάρεις από το χέρι,
μια στερνή φορά.
Έλα να με πας σ’ αυτό τ’ αστέρι
που φέγγει εκεί μακριά.
Μα εσύ ’σαι το φως κι εγώ καημός,
μα εσύ ’σαι το φως κι εγώ καημός.
Έλα να με πάρεις από το χέρι,
μια στερνή φορά.
Έλα να με πας σ’ αυτό τ’ αστέρι
που φέγγει εκεί ψηλά.
σήμερα ζευγαρώνουν.
Σήμερα ανοίγουνε φτερά
σε κόσμους π’ ανταμώνουν
Και σαν θα μπουν στην εκκλησιά
όρκους γλυκούς ν’ αλλάξουν.
Θ’ ανθίσουνε τα γιασεμιά
μαζί τους να πετάξουν.
Να ναι ο δρόμος τους χρυσός
κ’ οι ουρανοί μπαμπάκι.
Να φτιάξουνε μια φωλιά
να μη τη φτάνει δάκρυ.
Και στην αυλή να μη χωρούν
να παίζουν τα πιτσούνια.
Στη κάμαρη τους σα γυρνούν
να μην αδειάζει η κούνια.
Αχ με βάρκα την ελπίδα
το κουπί δε σταματάει.
Θέλει κότσια, θέλει πείσμα
ο καιρός όταν χαλάει.
Κι όταν θα ‘ρθει η καταιγίδα
κι η βροχή θα σε χτυπάει,
μην ξεχάσεις την ελπίδα
Θα ‘ναι ‘κει να σε φυλλάει.
Θα ‘ερθει πάλι μια ηλιαχτίδα
Να ζεστάνει την καρδιά.
Σήκω πάνω και ξεκίνα
η ζωή μας πάει μπροστά
Μην ξεχάσεις την ελπίδα
θα ‘ναι ‘κει να σε φυλλάει.
Μικρό παιδί κατέβηκες του κήπου τα σκαλιά,
στο πεύκο κοντοστάθηκες και ζήλεψε η μηλιά.
Κρυβόσουν απ’ τη μάνα σου, γελούσες στα κρυφά.
Στ’ αμπέλια μοσχαναθρέψες τα λόγια τ’ ακριβά.
Μεγάλωσες με χώματα κρυμμένα στα μαλλιά.
Τα όνειρα που έκανες πετάξαν σαν πουλιά.
Και κάπως επεθύμησες τα κρίνα τα μαβιά.
Στον κήπο ξαναγύρισες, μα λείπουν τα κλειδιά.
Στην πόρτα παρακάλεσες ν’ ανοίξουν τα σκαλιά,
παιδί να μπεις ανάλαφρο σαν τότε, στα κρυφά.
Το πεύκο δε σε γνώρισε, κοιτούσε χαμηλά,
μα στους κλώνους της σε σήκωσε μ’ αγάπη η μηλιά.
Μεγάλωσες και πίστεψες ο κόσμος θα σωθεί.
Στον ίδιο κήπο γύρισες, μα λείπει το κλειδί.
Σου άνοιξε η μάνα σου μ’ αμπέλια στην καρδιά.
Στον ίδιο κήπο πλήρωσες τα λόγια τ’ ακριβά.
Όταν κανείς δεν βλέπει,
με κοιτώ στον καθρέφτη.
Με τα μάτια κλαμένα
μα δεν αντικρίζω εμένα.
Βλέπω όσους ήρθαν και φύγαν,
όσους τον κόσμο μου πήραν.
Σα λάφυρο σε χαμένη εκστρατεία,
σαν όμηρο από στημένη ληστεία.
Όταν κανείς δεν βλέπει,
μου μιλώ στον καθρέφτη.
Με τα χείλη σφιγμένα,
από τον πόνο ραμμένα.
Νιώθω να δαγκώνω τις λέξεις,
δίνω ξανά υποσχέσεις.
Σα ψίθυρος παιδιού που το μαλώσαν,
σαν όνειρο ανεκπλήρωτο που το προδώσαν.
Στα σκοτάδια, στη μέρα,
με βροχή και αέρα.
Όταν κανείς δεν με βλέπει,
σκοτώνω όλα τα «πρέπει».
Για όσους ήρθαν και φύγαν,
για τη ζωή που μου πήραν,
σα λάφυρο σε χαμένη εκστρατεία,
σαν όμηρο από στημένη ληστεία.
Άστρωτο κρεβάτι
τα όνειρά μας...
Θα μας περιμένει πάλι,
σ' ένα δωμάτιο καθαρό
μ' ένα κομμάτι ουρανό
για προσκεφάλι.
Να ονειρευτούμε πάνω σε
γραμμές καμπύλες
ώσπου να γλιστρήσουμε
βουτώντας
στο φως του καλοκαιριού.
-Κι αν σβήσει;
-Δεν σβήνει, αγάπη μου, το καλοκαίρι.
Μόνο καίγεται.
Πάνω σε τσαλακωμένα
σεντόνια
ποτισμένα από τον πόθο.
Εμπνευσμένο από τη διαμονή μου στο ξενοδοχείο Andronikos Hotel Mykonos.
Photo credits Andronikos Hotel
Τα μάτια σου διαθλάτουν την αιωνιότητα
όσο το χαμογελό σου αρέσκεται στο
να σμιλεύει το πάντα.
Σου είπα:
Τα συστατικά της ζωής είναι 3
μυρίζουν νοσταλγία και ο κόσμος
τα ντύνεται απερίσκεπτα.
Δεν με άφησες να έρθω κοντά σου.
Έκλεισα την ψυχή μου σε ένα μπουκάλι
και το έριξα στη θάλασσα.
- Επιπλέουμε ακόμα;
- Ναι.
- Και που πηγαίνουμε;
- Πάμε εκεί που γνωριστήκαμε.
- Εντάξει.
Καλή αντάμωση στη σφαίρα της φαντασίας.
Εκεί που δε μετριέται το λίγο και
δε ζυγίζεται το πολύ.
Εκεί που σμίγουν τα πουλιά
και πέφτουν τ' άστρα.
Εγώ παιδί να σ' αγαπώ
και εσύ να ψαρεύεις κρύσταλλα.
Τραγούδια ακούω κι οδηγώ
στιχάκια σου αφιερώνω.
Λες και σ' όλα βλέπω εγώ
τα γλυκά σου μάτια μόνο.
Στρίβω πιο κάτω αριστερά
χάνω τα λόγια π' αγαπάω.
Μα ‘γώ για σένα σταθερά
το ρυθμό κρατώ και πάω.
Δικό σας λέει ο εκφωνητής
και πιο δικό μου είναι.
Δεν είσαι αγάπη της στιγμής
σαν τα τραγούδια μείνε.
Σα μελωδία στο μυαλό
οι σκέψεις μου γυρνάνε.
Σε μια συχνότητα θα βρω
τα λόγια που σου πάνε.
Στον έρωτα πιάσαμε fm
Στέρεο το πάθος μας και μόνο
Την ένταση σου δώσε στο ρεφρέν
Για σένα μόνο τραγουδώ, για σένα μόνο.
Από το βραβευμένο κύκλο τραγουδιών "Η Ζωή στο Τετράδιο"
Μέσα σ' αερόστατο ξεκίνησα ταξίδι
λύνω γοργά το βάρος να πάω πιο ψηλά.
Είπα στης ζωής το κακορίζικο στασίδι
κάτι ν' αφήσω πίσω να πάω πια μπροστά.
Πάντα με γυρόφερνε του χρόνου το ψαλίδι
κόψε τον πόνο μου 'λεγε, άκου την καρδιά.
Κοίταγα δειλός της αυταπάτης το φτιασίδι
λάθος, χωρίς το ζόρι δε βλέπεις τη χαρά.
Νόμιζα η μοίρα μου πως ήτανε παιχνίδι
όλα εγώ τα όριζα ίσα και σωστά.
Είδα πια πως πάταγα παράστασης σανίδι
κι 'ταν αργά σαν έπεσα με φόρα στα βαθιά.
Κάποτε τον φόβο μου τον έκανα βαρίδι
βήματα σκουριασμένα, κοιτούσα χαμηλά.
Έψαξα καλά στο παρελθόν για αντικλείδι
βγήκα λοιπόν στη μάχη κι έβγαλα φτερά.
Μην ξεφεύγεις απ' τον πόνο
μα γίνε στόχος να σε βρει.
Πρέπει να σπάσεις πόντο, πόντο
κομμάτι, κομμάτι χτίζεται η ζωή.
Απ' το μόνο που μ’ έχει γλυτώσει το σκοτάδι ανάμεσα μας είναι τα μάτια σου. Πώς θα είναι τα μάτια σου; Θα έχουν βλέμματα διάσπαρτα για να χωρούν ανάμεσα τους χιλιάδες σκέψεις; Πώς θα δομηθούν οι σκέψεις όταν φανερωθούν στο φως τα όρια που καταλύθηκαν στο σκοτάδι; Είμαι περίεργη μα δεν είμαι γάτα κι έτσι ξεγλιστρώ απ' το φονικό. Θα επιτρέψω ωστόσο μερικούς τραυματισμούς. Μου είναι απαραίτητοι για να εξασφαλίσω τη φροντίδα σου. Θα με προσέχεις;
Ποτέ δεν ονειρεύτηκα τη στιγμή που σε γνώρισα. Κάτι την τύλιγε μυστικά. Σαν ένας μανδύας καθρέφτης. Μέχρι που ήρθες εσύ εκείνο το βράδυ, με το “χαμόγελο σφυράκι” και το καμουφλάζ της ζωής μου θρυμματίστηκε.
Αν ξέραμε τι προκαλούμε θα ήμασταν αυτοί ή κάποιοι άλλοι;
Πιο πολύ απ' όλα χαίρομαι που η μυρωδιά σου δε μου θυμίζει τίποτα. Έτσι πρέπει. Για να γίνεις το καινούριο που αυτή τη φορά δε θα αφήσω να πα- λιώσει ποτέ. Γιατί αρνούμαι να σε χορτάσω. Μόνο θα σε αναμασήσω σαν καλό-κομμένο φρέσκο καπνό. Και εσύ ξέρεις, έχεις μάθει πια, πώς σερβίρεται το αντικείμενο του πόθου.
Μη σταματάς να με σκέφτεσαι. Μου αξίζουν τα χειρότερα μα όχι να σταματάς να με σκέφτεσαι. Είναι ο μόνος τρόπος για να γίνεις -προσθήκη κατ' επέκταση- στο μυαλό μου. Το έχω τόσο ανάγκη.
Ξέρεις, θα ήθελα να έχω ένα τριζόνι από την έρημο.. Θέλω να μου μάθει με πιο τραγούδι επιβιώνει κανείς από τόση ζέστη. Γιατί ο έρωτας σου με καίει. Η φωτιά του σμιλεύει τις ιδέες μου. Δροσίζομαι μόνο με την εμπιστοσύνη που μου δείχνεις.
Σε θέλω
Θα χτίσω ένα σπίτι με πόρτα χαμηλή
να μπαίνουν μόνο τα χρόνια
που έζησα μικρή.
Σπασμένο θα 'χει σύρτι και ξύλινη σκεπή
φωτιά να παίρνει τις νύχτες
που δε θα 'ρχεσαι εσύ.
Στο κατώφλι θα κρεμάσω ένα χάρτινο φιλί
για να βλέπει όποιος περνά
τι χρώμα έχει η προσμονή.
Μόνο τ' αστέρια μ' αγαπάνε
στο μαύρο ουρανό.
Τις νύχτες τη σκεπή θα καίω
με τα αστέρια να βρεθώ.
Άφησε μου μόνο
τα χρόνια που έζησα μικρή,
πάντα για να ζωγραφίζω
ένα χάρτινο φιλί.
Γύρισα ανάποδα το πορτοφόλι
κι έπεσε μια Κυριακή.
Εκείνη τη μέρα βρισκόμασταν όλοι
ντυνόμασταν σα να 'ταν γιορτή.
Με γέλια κι αστεία περνούσε η ώρα
η ζωή δεν ήταν μικρή.
Άσπρες εκκλησιές των φίλων τα δώρα
τα όνειρα μας πέφταν βροχή.
Κοίταξα στα μάτια εκείνη τη μέρα
θέση δεν είχε εκεί.
Πού πήγαν οι φίλοι να πουν καλημέρα
στο σούρουπο να κάνουν γιορτή;
Έμεινε στο vου μου το φως που χαράζει
απ' το λευκό σου γιακά.
Μα έχω για χρόνια κρυφό μου μαράζι
που δε σε πήρα μια αγκαλιά.
Δεν είχε και τότε το πορτοφόλι
μα κάθε 'βδομάδα είχε μια Κυριακή.
Τώρα τα ξανά μετράμε όλοι
οι αξίες πέφτουν για να μπουν στη ζωή.
Μια φορά και έναν καιρό ήταν ένα όμορφο και ψηλό παλικάρι που το έλεγαν Χρόνο. Ο Χρόνος ήταν πολυάσχολος, δεν είχε καιρό για χάσιμο και δε σταματούσε ποτέ. Ώσπου μια μέρα, στάθηκε για μία μόνο στιγμή μπροστά απο το φιλί ενός παράνομου ζευγαριού, της Ευκαιρίας και του Αδύνατου. Ο Χρόνος ζήλεψε τόσο πολύ την ευτυχία τους που άπλωσε τα άπειρα χέρια του και έκλεψε την Ευκαιρία χώνοντας την στη τσέπη του. Έπειτα συνέχισε το βιαστικό του ταξίδι. Από τότε το Αδύνατον τρέχει ξοπίσω από το Χρόνο για να βρει την Ευκαιρία και εκείνη, κόβει λίγο λίγο τα μαλλιά της και τα ρίχνει από τη τσέπη του Χρόνου για να μη χάσει το δρόμο ο καλός της. Οι άνθρωποι, που είναι στη μοίρα τους να βαδίζουν πίσω απο το Χρόνο, βρίσκουν που και που μπροστά τους τις κομμένες πλεξούδες. Κάποιοι απ’ αυτούς, τις βλέπουν ώς εμπόδια και τις προσπερνούν. Άλλοι πάλι, τις αρπάζουν και μόλις έρθουν αντιμέτωποι με το Αδύνατον του τις δίνουν και έτσι αυτό γίνεται Δυνατόν. Όταν ο άνθρωπος δει ότι τα εμπόδια είναι στην πραγματικότητα ευκαιρίες, μπορεί να κάνει τα αδύνατα δυνατά.
Όσο για το Χρόνο, δεν σταμάτησε ποτέ ξανά.